Friday, December 11, 2009

Ηπειρώτικη χαρμολύπη...

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Τα συναισθήματα δεν είναι σαν τα νομίσματα, παλαιάς και νέας κοπής. Δεν διαφέρει το πένθος, ο ενθουσιασμός, η οργή και η επιείκεια είτε κατοικείς σε παλάτια ή καλύβια είτε ευρίσκεσαι σε εποχές συρράξεων ή ημέρες συγκομιδής και περισυλλογής. Ο πόνος είναι πόνος, η χαρά χαρά. Ίσως να διαφέρουν τα μέσα, οι μόδες, ίσως οι εντάσεις να είναι διαφορετικές, ίσως να επιστρατεύονται, ανάλογα με τις συνθήκες, άλλα κουράγια. Ο πόνος, το πένθος, η απελπισία μπροστά στον θάνατο αγαπημένων προσώπων δεν άλλαξε ως βίωμα, ως τραύμα, ως εγκαυστική. Απόδειξη οι θρήνοι, στον Όμηρο, στους τραγικούς, στους ρομαντικούς, στους ρεαλιστές, στους συμβολιστές ακόμη και στους υπερρεαλιστές δημιουργούς. Θα έλεγα μάλιστα πως όσο οι συνθήκες του βίου περιορίζουν τις δυνατότητες να εκδηλωθεί, να εκφραστεί, να σκιστεί το συναίσθημα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ένταση.

Παλιότερα, κι όχι μόνο στην ύπαιθρο χώρα και στα μικρά μέρη, αλλά και στην πρωτεύουσα και έως πριν από λίγα χρόνια στις «επαρχίες» της Αθήνας, τον νεκρό μας τον ξενυχτούσαμε στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο, από εκεί τον κηδεύαμε και επιστρέφοντας από την ταφή επιστρέφαμε (ομηρικότατα) και στη ζωή δειπνώντας με κοινό δείπνο, όπου συγγενείς, γείτονες, φίλοι προσέφεραν σε έρανο τα φαγητά τους. Αυτός ο Νεκρόδειπνος (έχει μνημειωθεί από τον Σικελιανό και τον Σινόπουλο) λεγόταν κατά περιοχή «Μακαριά» ή «Παρηγοριά». Τώρα ο νεκρός μας ξενυχτάει μόνος σ' ένα ψυγείο νεκροτομείου και η «παρηγοριά» έχει συρρικνωθεί σε τυποποιημένο καφέ, παξιμαδάκι, κονιάκ που προσφέρεται στο κυλικείο του Νεκροταφείου και συνήθως οι πενθούντες διά του Τύπου δηλώνουν ότι δεν θα δεχτούν «συλλυπητηρίους επισκέψεις». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως μειώθηκε το πένθος, η απελπισία για την απουσία των προσφιλών; Όχι, αντίθετα, γίνονται σχεδόν αφόρητα και συνήθως καταλήγουν οι άνθρωποι στον ψυχίατρο, στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία. Σ' αυτό οδήγησαν οι συνθήκες του βίου, η τυραννία του μεροκάματου, η στενότητα του χώρου (πώς θα κατεβεί το φέρετρο από τον 5ο όροφο μια και δεν χωράει στο ασανσέρ;!), το σκόρπιο σε μεγάλες αποστάσεις συγγενολόι αλλά και οι εργαζόμενοι σύνοικοι, που δεν γνωρίζουμε ούτε ποιοι είναι, που οι θρήνοι και η συρροή σε ώρες κοινής ησυχίας τούς ενοχλούν και συχνά καλούν την Αστυνομία!

Και τα γλέντια; Παλιότερα σε γιορτάδες μέρες ή σε επετείους και ονομαστικές εορτές, σε γάμους και βαφτίσια στις αυλές, στα τρίστρατα ή στα αλώνια στρώνονταν τραπέζια, βράζανε καζάνια, καλούσαν κομπανίες και κάθε μεγάλος ή μικρός χώρος γινόταν χοροστάσι, πανηγύρι, μέγα επικοινωνιακό γεγονός με απόλυτη συναισθηματική φόρτιση. Σπονδή στον Διόνυσο και ξόρκι του θανάτου. Μπορεί να κλειστεί το γλέντι στα στενά, τσιμεντένια κλουβιά όπου μετοικήσαμε; Προσπάθειες εξόδου γίνονται με τις συνεστιάσεις συμπατριωτών, συντεχνιών, συναδέλφων ή καλεσμένων φίλων σε οργανωμένους χώρους διασκεδάσεως. Ακραία μορφή εξομοίωσης γλεντιού, αυτά τα νέα εφευρήματα, τα διάφορα «Κτήματα» όπου προσομοιώνεται ο χώρος με χωριό, πανήγυρη, αυλή κ.λπ.

Κι όμως, η λαχτάρα των ανθρώπων να απεκδυθούν από τις πιεστικές καθημερινές μέριμνες, από την καταθλιπτική τυραννία της εργασιακής επανάληψης, τους οδηγεί, έστω κατά τρόπο συναισθηματικής σκηνοθεσίας, να γλεντήσουν μέσα σε χώρους στενούς, αστικούς και να φαντασιωθούν τον αρχαίο τρόπο διονυσιακής εορτής.

Μου συνέβη πρόσφατα. Βρεθήκαμε καλεσμένοι σε σύγχρονο μεγαλοαστικό διαμέρισμα σε υψηλό όροφο προαστίου της Αθήνας, πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, δικαστές, δικηγόροι, συνθέτες - τραγουδιστές, συγγραφείς και φοιτητές, ηλικιακό φάσμα με άνυσμα πενήντα χρόνια. Προέλευση Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Ο πυρήνας, οι τελευταίοι και οι οικοδεσπότες. H βραδιά ξεκίνησε τυπικά, ως συνήθως. Σκόρπιες παρέες στις διάφορες διαμορφωμένες γωνιές του ευρύχωρου σαλονιού. Οι τυπικές αναγνωριστικές συζητήσεις για να σπάσει ο πάγος, να βρεθούν κοινά ενδιαφέροντα, να αναζητηθούν ευθείς και πλάγιοι δεσμοί, μακρινοί γνώριμοι, φοιτητικές παρέες, συμπεθεριά συγγενών και τα γνωστά. Σ' ένα μικρό δωμάτιο, δίπλα στο σαλόνι, τρεις άγνωστοι και ξεμοναχιασμένοι άντρες έπιναν ουζάκι και τσιμπολογούσαν μεζεδάκια.

Ωσπου ήρθαν τα φαγητά. Από έμπειρα χέρια νοικοκυράς, ηπειρώτικες γεύσεις, πίτες, κρέατα, τυριά, ορεκτικά και κόκκινο κρασί. Τα πηγαδάκια συγκεντρώθηκαν σε δύο εστίες, σε δύο κοινές τράπεζες. Το κρασί έρρευσε, λύθηκαν οι γλώσσες. Και τότε το θαύμα συντελέστηκε. Οι τρεις περίεργοι επισκέπτες του διπλανού δωματίου στρώθηκαν ανάμεσα στα δύο τραπέζια, άνοιξαν τους σάκους τους και αποκάλυψαν τον ρόλο τους. Ένα κλαρίνο, ένα ακορντεόν, ένα ντέφι. Κι άρχισε το γλέντι και άστραψε η μουσική. H ηπειρώτικη, στην πραγματικότητα η βορειοηπειρώτικη, κομπανία από το Αργυρόκαστρο μπήκε μέσα στο στενό τσιμεντένιο μεγαλοαστικό φρούριο και το ανατίναξε. Το σαλόνι σε λίγα λεπτά, όταν ο πρώτος «σκάρος» πλημμύρισε την ατμόσφαιρα, μετατράπηκε σε πλατύ αλώνι, σε χοροστάσι, σε εσωτερική αυλή μοναστηριού μέρα πανηγυριού. Τα αυστηρά έπιπλα μέσα στην αχλύ των μουσικών κλιμάκων έγιναν στασίδια, βραχάκια, θημωνιές, κρασοβάρελα, σούστες, χράμια, βελέντζες, κιλίμια. Κάπου είχες την ψευδαίσθηση ότι καμάρωνε ο αργαλειός, πιο πέρα το πιθάρι με τα παστά, οι κάδοι με τις τσακιστές ελιές, οι πολυέλαιοι μετατράπηκαν ξαφνικά σε πάτερα απ' όπου κρέμονταν μάτσα με χαμομήλια, ρίγανη, τσάι του βουνού και πιο πέρα αρμαθιές σκόρδα, κρεμμύδια, ξερά σύκα, λουκάνικα.

Ναι, η μουσική ξυπνούσε στους αλλοτριωμένους λόγιους, επιστήμονες και στους εξόριστους στο άστυ συγγραφείς και συνθέτες το ρίγος του βυθού, τη ναρκωμένη μνήμη.

Το κλαρίνο κεντούσε μουσικά σιρίτια με χρυσές κλωστές πάνω σε βελουδένιες ποδιές. Το ακορντεόν κελάηδιζε, γουργούριζε και άλλοτε παιζογελούσε και το ντέφι είχε βρει τους σφυγμούς στους καρπούς των χεριών της ομήγυρης και χτυπούσε με τον ρυθμό της καρδιάς μας.

Στην Ηπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι, λες και αυτός ο εδραίος λαός (οι αρχαίοι Σελλοί, οι εδραίοι, οι αυτόχθονες, από όπου και η Ελλάς αργότερα) έκανε γλέντι, τραγούδι και χορό την ηρακλείτεια διαλεκτική, όπου ζωή και θάνατος, πένθος και χαρά, ύπνος και ξύπνιο, γηρατειά και νιάτα, μέρα και νύχτα είναι το ίδιο, το ένα περιέχεται μέσα στο άλλο, παλίντονος αρμονία.


Από τις αρτηρίες στον ρυθμό
Οι τρεις δεξιοτέχνες χειριζόμενοι τους δρόμους τους μουσικούς μεθοδικά, συστηματικά, με την αρχαία σοφία που κουβαλάνε γνωρίζουν πως σιγά-σιγά μπαίνοντας στις αρτηρίες, ακολουθώντας τις παλινδρομήσεις του αίματος, φτάνουν στην καρδιά και επιταχύνουν τους παλμούς της και οι παλμοί κινητοποιούν προς τον εγκέφαλο τις φυσαλλίδες του αλκοόλ και εκείνο μεθάει τα κύτταρα του εγκεφάλου και στέλνει μηνύματα στα πόδια και τα πόδια μπαίνουν στον ρυθμό και ο ρυθμός οδηγεί τα βήματα στον χορό.

Ετσι όλοι οι πριν από λίγο συγκρατημένοι, ευπρεπείς, πολιτισμένοι συνδαιτυμόνες πετάνε τα σακάκια, τις γραβάτες και με τα πουκάμισα έξω από το παντελόνι και οι γυναίκες χωρίς τα ψηλοτάκουνα, χεραγκαλιά, τελούν τους βαθύρριζους αργούς στην αρχή κύκλιους χορούς πρώτα της Ηπείρου και ο δεξιοτέχνης του ντεφιού τραγουδά και το κλαρίνο χτίζει ξερολιθιές πυρσογιαννίτικες με τις νότες και το ακορντεόν, άλλοτε ειρωνεύεται και άλλοτε χαριεντίζεται ενώνοντας Ανατολή και Δύση, Βαλκάνια και Τυρρηνικό Πέλαγος.

Το παν οργά και ο Διόνυσος στο κέντρο του χορού μαίνεται.

Για λίγες ώρες το μεγαλοαστικό σαλόνι έγινε αλώνι, ορχήστρα σατυρικού δράματος, πασχαλινό αναστάσιμο τσιμπούσι. Ω, έπεσαν και παραγγελιές, έπεσε και χαρτούρα και οι μουσικοί, ενώ είχαν προς το ξημέρωμα μαζέψει τα όργανά τους, επέστρεψαν γιατί η βαθιά χαρμολύπη κάποιου γλεντιστή επεθύμησε (πριν ξαναφορέσει το προσωπείο του επαγγέλματος σε λίγες ώρες) ένα βαρύ μοιρολόι. Έτσι όπως το ένιωσε το όλον πράγμα ο Μακρυγιάννης, που τραγουδώντας ένα βαρύ θλιβερό τραγούδι είπε πως «είχε κέφια»!

πηγή: εφημερίδα Τα Νέα


Thursday, December 10, 2009

Οι Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας

Έχτισαν κάστρα και πολιτείες, εκκλησίες με τρούλους και εξάγωνα κωδωνοστάσια. Τζαμιά και υψηλούς μιναρέδες, παλάτια για τους μπέηδες και τους αγάδες. Αρχοντικά, βρύσες και δεξαμενές στεγανές.

Κατασκεύασαν έργα ιδιωτικά, έργα δημόσια, με μια αρχιτεκτονική αισθητική και αξιώθηκαν να γίνουν μύθος και δημοτικό τραγούδι. Όλα αυτά έγιναν από τους μάστορες της Ηπείρου.

Οπως σημειώνει ο λαογράφος Βασίλης Μάργαρης, στην Ήπειρο για ποικίλους λόγους, που συναρτώνται κυρίως με τις γεωγραφικές παραμέτρους της, την ορεινή και δασώδη της σύνθεση, το πέτρινο και άγονό της έδαφος, "ο πληθυσμός στράφηκε κατά τους τελευταίους αιώνες σε συγκεκριμένη επαγγελματική τροχιά, διέπρεψε και συχνά πρώτευσε στη χώρα μας σε πολλούς τομείς των δημιουργικών εκείνων τεχνών που βρίσκονται στα κράσπεδα της καλλιτεχνικότητας και συγχρόνως ανήκουν στην παράδοση του τόπου μας".


Τα «μπουλούκια» των μαστόρων

Η χέρσα και άγονη γη σε συνάρτηση με μια ποικιλία γεωγραφικών και κοινωνικών παραγόντων - συνεχείς πληθυσμιακές μετακινήσεις, επιδρομές, κλπ- στάθηκε η βασική αιτία να εγκαταλείψουν οι κάτοικοι των χωριών κατά τον 16ο αιώνα την κτηνοτροφία και τη γεωργική καλλιέργεια και να στραφούν σε άλλες, περισσότερο προσοδοφόρες απασχολήσεις, σε τεχνικές δραστηριότητες όπως η επεξεργασία της πέτρας, η ξυλογλυπτική και η αγιογραφία που μπορούσαν να εξασκήσουν μακριά από τα σπίτια τους και τα χωριά τους.

Οργανώνονταν, έτσι, σε συνεκτικές ομάδες με συγγενικό τις περισσότερες φορές βάθρο, (μπουλούκια, συνάφια, τσούρμο, ή νταϊφάδες) και με μια, συγχρόνως εξειδικευμένη βάση (χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, νταμαρτζήδες, κλπ) και ταξίδευαν στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και μετά έφταναν ως τα Βαλκάνια, την Περσία, την Ινδία και ως την Αφρική, ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. "Όλη τους η τέχνη ήταν μία λέξη: αργά. Όσο πιο αργά δούλευαν, τόσο πιο καλοί μάστοροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να ξεχνιούνται και να μη βιάζονται. Γλεντούσαν την αργάδα τους. Θυμάμαι τον πατέρα μου που 'λεγε: ``μια ζουρλοτσουκανιά, μια μέρα δουλειά``, μια άσχημη καλεμιά ήθελε παραπάνω ώρες δουλειά", διηγείται ο μάστορας Δήμος Φλίνδρης. Τα μπουλούκια των μαστόρων - οι συντεχνίες - στηρίζονταν λειτουργικά στο εθιμικό δίκαιο, σε άγραφους, αυστηρούς κανόνες και σε μια απαράβατη ιεραρχία: μαθητούδια, τσιράκια, καλφάδες, αρχικαλφάδες, μάστοροι.

Στην κορυφή επικεφαλής του μπουλουκιού βρισκόταν ο πρωτομάστορας (αρχιμάστορας) ο οποίος έπρεπε να συγκεντρώνει συγκεκριμένες ικανότητες και δεξιότητες. Η αναχώρηση των μπουλουκιών γινόταν συνήθως την άνοιξη και η επιστροφή το φθινόπωρο. Την Τρίτη δεν ξεκινούσε κανένας γιατί το είχαν για γρουσουζιά. Ο τόπος του αποχωρισμού όπου γινόταν το ξεπροβόδισμα θύμιζε ατμόσφαιρα αρχαίας τραγωδίας. "Ντέρτι" και "μαντήλα" λεγόταν το σημείο του μισεμού. Γυναίκες που μοιρολογούσαν, άντρες που δάκρυζαν στη γωνία, μανάδες και πατεράδες - γέροι - με βαριά καρδιά, σχολιαρόπαιδα, συγγενείς και χωριανοί και ο παπάς που ευλογούσε το τελευταίο κολατσιό των ξενιτεμένων και το πολύμηνο ταξίδι, προσδοκούσαν όλοι και προσεύχονταν γοργά να περάσει ο καιρός, να γυρίσουν οι άντρες καλά και "καζαντισμένοι" (ματσωμένοι).

Μαντήλια που ανέμιζαν και έπειτα οι γυναίκες γύριζαν στο σπίτι τοποθετώντας πάνω στις εξώπορτες μικρά κλαριά από κρανιές και κέρδους και σταυροκοπούμενες με ευχές για τους ταξιδεμένους.


Τα γεφύρια

Δύο φόβους είχε πάντα ο Ηπειρώτης. Από τη μια τους ληστές και από την άλλη το κακό συναπάντημα με αδιάβατα ποτάμια. Και αν για τους πρώτους δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, για τα δεύτερα, ονειρευότανε γεφύρια πέτρινα που έπρεπε βέβαια να στήσει μόνος τους. Για τους Κουδαραίους μάστορες το χτίσιμο του γεφυριού αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση. Τα έργα τους δεν προέρχονταν από κανένα σχεδιαστήριο, αλλά χαράζονταν επί τόπου με μόνο μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Μονότοξα, δίτοξα, πολύτοξα, γεφύρια ηπειρώτικα, δημιουργήματα που βρίσκονται στην παράδοση του τόπου μας.

Πέτρινα όλα τους και θολωτά, λαϊκές κατασκευές από τους περίφημους μαστόρους, τους άρχοντες της πέτρας που βρήκαν το σωστό μέτρο, με αποτέλεσμα να μετουσιωθούν σε έργα τέχνης. Αυτά τα γεφύρια απλωμένα στην Ελλάδα και ειδικά στην Ήπειρο με το τόσο άγριο και άγονο τόπο, εμπλούτισαν και προέκτειναν το ηπειρώτικο τοπίο. "Τα έργα των λαϊκών αρχιτεκτόνων μαρτυρούν επιμέλεια, γνώση και πείρα στοχαστικού καλλιτέχνη. Φανερώνουν την πίστη, την αγάπη και το σεβασμό που έτρεφαν προς την τέχνη τους. Και οι αρετές αυτές τους έδιναν το αίσθημα του μέτρου σε σημείο που η προσωπικότητά τους δεν επηρέασε αυτάρεσκα το δημιούργημα τους, ούτε δέσποζε σε βάρος της ουσιαστικής αξίας του έργου", όπως σημειώνεται στη "Λαϊκή Ελληνική Αρχιτεκτονική" του Πάνου Νικολή Τζελέπη.

Σύμφωνα με το Αρχείο Ηπειρώτικων Γεφυριών, ο αριθμός γεφυριών που έχουν καταγραφεί και μελετηθεί στον ευρύτερο χώρο της Ηπείρου είναι 431, εκ των οποίων στον νομό Ιωαννίνων φτάνουν τα 295. Τα παλαιότερα πέτρινα σπίτια της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, της Μικράς Ασίας κτίσθηκαν κατά το πλείστον από Ηπειρώτες, τόνιζε ο ιστορικός Κώστας Φαλτάιτς. Οι Κουδαραίοι τεχνίτες από την Κόνιτσα καυχιόντουσαν ότι τα παλιότερα και τα καλύτερα σπίτια και τα δημόσια μέγαρα της Αθήνας και του Πειραιά τα έκτισαν αυτοί. Ο τύπος του στερφογάλαρου σπιτιού, με τοξωτές αψίδες στις πόρτες και τα παράθυρα, είναι ασφαλώς Ηπειρώτικος.


Το Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων

Λίγο πιο πάνω από την κεντρική πλατεία, της Πυρσόγιαννης το δίπατο πέτρινο κτίριο του παλαιού σχολείου, που χτίστηκε το 1927 και ανακαινίστηκε πρόσφατα, στεγάζει το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, το οποίο αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στην άγνωστη ιστορία των Ηπειρωτών μαστόρων της πέτρας.


Το Μουσείο περιλαμβάνει σπάνιο υλικό από την τεχνική, τη μυστική γλώσσα (τα κουδαρίτικα), τα δρομολόγια, τα εργαλεία, τα συμφωνητικά και τις κατασκευές των μαστόρων της πέτρας. Το υλικό που εκτίθεται στο Μουσείο Μαστόρων της Πέτρας της Πυρσόγιαννης αποτελεί μια συστηματική καταγραφή της τοπικής αρχιτεκτονικής, των υλικών κάθε περιοχής και των αισθητικών ρευμάτων των τριών τελευταίων αιώνων στα Βαλκάνια. Στο Μουσείο σήμερα γίνονται έργα συντήρησης και αναμένεται σύντομα να ανοίξει για το κοινό.

Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στο Δημαρχείο Μαστοροχωρίων με έδρα την Πυρσόγιαννη τηλ. (26550) 31269, 31112 Μουσείο 26550 31297

Πηγή Ηπειρωτικός Αγών

Tuesday, February 24, 2009

Από τα αρχεία της ΕΡΤ

Ψάξε ψάξε, τελικά βρήκα ολόκληρη την εκπομπή της ΕΡΤ, την οποία μπορείτε να δείτε στο παρακάτω link

ΕΚΠΟΜΠΗ ΔΟΜΝΑΣ ΣΑΜΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ ( ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ )

Monday, July 21, 2008

Παλιές μαγνητοσκοπήσεις...

Κάποια βιντεάκια που βρήκα στο youtube...πολύ παλιά τα περισσότερα...δείτε τα...

Από παλιά εκπομπή της ΕΤ1...



Κωνσταντίνος Χαλιγιάννης (βιολί) -Παρακάλαμος









Τάσος Χαλκιάς...

Monday, February 25, 2008

Εικόνες από τα παγωμένα Γιάννενα...

Πρίν από αρκετό καιρό μου είχαν στείλει αυτές τις καταπληκτικές φωτογραφίες από τα παγωμένα Γιάννενα και σκέφτηκα οτι θα έπρεπε να τις μοιραστώ μαζί σας...Δεν είναι φετινές αλλά μη νομίζετε..κάπως έτσι γίνεται συνήθως ο τόπος γύρω από τη λίμνη όταν πιάνει αυτή η παγωνιά στα Γιάννενα...

Wednesday, June 13, 2007

Ηπειρώτικο Πολυφωνικό Τραγούδι


Το Ηπειρώτικο Πολυφωνικό Τραγούδι αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές φόρμες στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια αλλά και στο παγκόσμιο ρεπερτόριο της Λαϊκής Πολυφωνίας.
Η καταγωγή αυτής της πολυφωνικής φόρμας, παρόλο που η έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη σε βέβαια συμπεράσματα, πιθανά να ανάγεται σε πολύ παλιές (ίσως ακόμη και προελληνικές) εποχές. Οι μελωδίες των πολυφωνικών τραγουδιών, μαζί με ορισμένα ακόμη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας) είναι οι μοναδικές στον ελλαδικό χώρο που έχουν διατηρήσει την ανημίτονη πεντατονική κλίμακα (κλίμακα που αποτελείται από πέντε νότες χωρίς ημιτόνια). Η κλίμακα αυτή, σύμφωνα με κάποιους μουσικολόγους, ταυτίζεται με το δώριο τρόπο των αρχαίων Ελλήνων, την κατεξοχήν «ελληνική αρμονία». Δίπλα στην κλίμακά του, στοιχεία που συνηγορούν στην παλαιότατη καταγωγή του είδους αποτελούν ο φωνητικός, ομαδικός, ρητορικός και τροπικός του χαρακτήρας.

Στις μέρες μας το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι το συναντάμε στα βορειοδυτικά του Νομού Ιωαννίνων (χωριά του Πωγωνίου, Παρακάλαμος, χωριά βόρεια της Κόνιτσας), σε ελάχιστα χωριά στα βορειοανατολικά της Θεσπρωτίας (Τσαμαντάς, Λιάς, Βαβούρι, Πόβλα) και, κυρίως, στη Βόρειο Ήπειρο, στα χωριά της ελληνικής μειονότητας στα νότια της Αλβανίας (Δερόπολη, Άνω Πωγώνι, Βουθρωτό, Χειμάρα).


ΡΟΛΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ


Παρτής ή πάρτης ή σηκωτής είναι εκείνος που τραγουδά την κύρια μελωδία, αρχίζοντας, «παίρνοντας» ή «σηκώνοντας» το τραγούδι.

Του απαντά ο δεύτερος που «γυρίζει» ή τσακίζει» το τραγούδι, για αυτό λέγεται και γυριστής.

Μερικές φορές, στη θέση του γυριστή, ή σύμφωνα με κάποιους μουσικολόγους, παράλληλα με αυτόν, συναντάμε το ρόλο του κλώστη, ο οποίος κάνει ιδιόμορφους λαρυγγισμούς, «κλώθωντας» το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και την υποτονική της μελωδίας, τεχνική που θυμίζει την κίνηση του χεριού που κρατά το αδράχτι και κλώθει το νήμα.

Ρόλος που απαντά συχνά αλλά όχι πάντα, είναι ο ρόλος του ρίχτη, ο οποίος «ρίχνει» το τραγούδι στο τέλος του προλογίσματος του παρτή, τραγουδώντας ένα επιφώνημα ( π.χ. «αχ ωχ ωχ», «άντε βρε») μια τετάρτη κάτω από την τονική της μελωδίας, ξεκουράζοντας τον παρτή και ενώνοντας το προλόγισμά του με την είσοδο των ισοκρατών.

Τα υπόλοιπα μέλη της πολυφωνικής ομάδας, οι ισοκράτες, κρατούν το «ίσο», δηλαδή το φθόγγο της τονικής της μελωδίας, δημιουργώντας την τροπική βάση του τραγουδιού. Ο ρόλος των ισοκρατών είναι ιδιαίτερα σημαντικός και όσο δυνατότερο είναι το ισοκράτημα τόσο πιο «βρονταριά πάει το τραγούδι».

Η αρτιότητα της ερμηνείας του πολυφωνικού τραγουδιού προϋποθέτει την ύπαρξη αλλά και το σμίξιμο των διαφορετικών φωνών – ρόλων της πολυφωνικής ομάδας. Έτσι, το πολυφωνικό τραγούδι προϋποθέτει τη συλλογικότητα της έκφρασης αλλά και την αυστηρή διακριτότητα των ρόλων που απηχεί και την άγραφη ιεραρχία στη σύνθεση της ομάδας και στην κατανομή των ρόλων.

από το http://www.polyphonic.gr

Χωρίς τίτλο...

Δύο τραγούδια που αρέσουν στη γιαγιά μου να τα τραγουδάει και έτσι μου ήρθε να τα γράψω ...

ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω
Κι εγώ τους λέγω δεν μπορώ, τους λέω δεν το ξέρω
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
Και φέρτε μου παλιό κρασί να πιω για να μεθύσω
Να πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα
Τραγούδια για την ξενιτιά, τραγούδια για τα ξένα
Παρηγοριά ‘χει ο θάνατος, παρηγοριά ‘χει ο Χάρος
Μα ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει
Χωρίζει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα
Χωρίζει και τ’ αντρόγυνο το πολυαγαπημένο
Στον τόπο που χωρίζουνε χορτάρι δε φυτρώνει
Κι άμα φυτρώσ’ κανά κλωνί, το λεν αλησμοχόρτι


ΑΛΗΣΜΟΝΩ ΚΑΙ ΧΑΙΡΟΜΑΙ

Αλησμονώ και χαίρομαι θυμιούμαι και δακρύζω
Θυμήθηκα την ξενιτιά και θέλω να πηγαίνω
Σήκου μανά μ' και ζύμωσε καθάριο παξιμάδι
Να πάρ' ο γιός στη στράτα του στης ξενιτιάς το δρόμο
Με δάκρυ βάζει το νερό με πόνους το ζυμώνει
και με αναστενάγματα βάνει φωτιά στο φούρνο
Άργησε φούρνε να καείς κι εσύ ψωμί να γένεις
Για να διαβείν η συντροφία κι ο γιός μου να μη φύγει

Monday, June 11, 2007

"Προίκα"...

Πόσο ιδιαίτερη είναι η σχέση μας με τη μουσική της γής μας...
Ακούς ένα τραγούδι, ένα μοιρολόι και χωρίς να έχεις βιώσει άμεσα τις καταστάσεις που περιγράφει, καταφέρνει να σε αγγίξει, να χτυπήσει την πιο "εσωτερική" χορδή της ψυχής σου και να σε συγκινήσει...
Είναι ίσως όλα αυτά που έζησαν και μας διηγούνται οι παππούδες μας, αυτά που διαβάσαμε και ακούσαμε από ανθρώπους που γεννήθηκαν σ'αυτό τον τόπο και πλέον οι χαρές και οι λύπες τους έχουν γίνει ένα με κάθε κομμάτι γής...
Είναι ίσως ακόμα οτι σου φέρνουν στο μυαλό ανθρώπους και μέρη που αγαπάς...
Και μαζί τους τις ιστορίες τους, που έχουν γίνει και δικές σου..Μπλέχτηκαν στη φαντασία σου και έγιναν εικόνες ζωντανές...σαν να πέρασες κι εσύ κάποτε από αυτά τα μονοπάτια, σαν να γεύτηκες τις ίδιες πίκρες και χαρές...
Είναι δύσκολο να εξηγήσεις αυτή τη "μαγνητική" και μαγική ατμόσφαιρα με απλούς συνειρμούς..
Ίσως είναι κάτι σαν "προίκα"...Κάτι που παίρνεις ως εφόδιο για την ψυχή σου, κάτι που σε κάνει περήφανο γιαυτό τον τόπο και σε "καταδικάζει" με το βάρος του συνεχιστή αυτής της αέναης και έντονης ιστορίας ανάμεσα στη χαρά και τη θλίψη..Ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ...

Thursday, February 15, 2007

Γυάλινα Γιάννενα...

Ένα βίντεο που έφτιαξα πρίν αρκετό καιρό από ένα απόσπασμα της συλλογής του Μιχάλη Γκανά "Γυάλινα Γιάννενα"...Ελπίζω να σας αρέσει...

Tuesday, February 13, 2007

Δημήτρης Χατζής- Το Τέλος της μικρής μας Πόλης

Σαμπαθάι Καμπίλης

Στη μικρή μας πόλη είχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Εβραίους - περισσότερους, όχι λιγότερους. Είταν όλοι τους μαζεμένοι γύρω απ' τη Συναγωγή τους - το Συναγώι, που το λέγανε και κείνοι και μεις, μέσα στο παλιό Κάστρο της πόλης και σε μερικούς δρόμους, ολόγυρά του. Οι χριστιανοί, που καθόντανε μέσα στο Κάστρο και σ' αυτούς τους οβραίικους δρόμους ολόγυρα, είχα στην οξώπορτά τους ένα σταυρό ζωγραφισμένο μ' ασβέστη. Είταν όμως λιγοστοί, πολύ λιγοστοί, τόσο πολύ, που σ' αυτούς τους δρόμους είτανε συνήθειο παλιό να βγαίνει την Παρασκευή το βράδυ άνθρωπος της Συναγωγής, μόλις έπεφτε ο ήλιος και τελαλούσε δυνατά:

- Ώ...ω...ρα για Σαμπά!... Ώ...ρ...ααα για Σαχρί!... Τελαλούσε πως έπεσε ο ήλιος κι άρχισε Σάββατο και κανένας τους να μη πιάνει φωτιά μες στα σπίτια τους ως τ' άλλο το βράδυ. Παναπεί δηλαδή πως είταν πέρα για πέρα οβραίικοι δρόμοι. Είταν ο δικός τους μαχαλάς - τα οβραίικα.

Ταπεινοί, τόσο ταπεινοί σαν νά' τανε φοβισμένοι και φουκαράδες είταν οι πλιότεροι - οι πιο φουκαράδες μέσα στην πόλη μας είταν αυτοί. Αλήθεια πως κ' οι δρόμοι τους μέσα στο Κάστρο είταν αυτοί. Αλήθεια πως κ' οι δρόμοι τους μέσα στο Κάστρο είταν απ' τους πιο βρώμικους και τα παιδιά τους απ' τα πιο αρρωστιάρικα - όλο σπυριά. Κάνανε το χαμάλη, το λούστρο, το μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Και δουλεύαν και τα παιδιά τους από μικρά, μαζί τους ή κάναν θελήματα κ' οι γυναίκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στα ξένα τα σπίτια, ακόμα και στα πορνεία της πόλης - τόσο μικρή και τέσσερα - πέντε τα είχε - αυτές καθαρίζανε, τόσο είτανε φτωχές. Εργάτες ωστόσο να πάνε, να μάθουνε τέχνες, ραφτάδες να πούμε, μαραγκοί, σιδεράδες - τέτοια πράγματα - κανένας δεν πήγαινε. Δεν θέλανε, λέγαν, να σκλαβωθούν με το μεροκάματο και την τέχνη. Μερικοί τενεχτσήδες - δηλαδή τενεκετζήδες - τσαγκαράδες - και καλύτερα να πως μερεμετιτζήδες των παπουτσιών - κ' ένας - δυο χασάπηδες, που δεν πούλαγαν ποτές γουρουνίσιο κρέας, είχαν κάτι μικρομάγαζα. Μα στα οβραίικα μέσα κι αυτοί - δεν πηγαίνανε παραπέρα.

Είταν ύστερα οι γυρολόγοι του δρόμου, πραματευτάδες δηλαδή, μεταπράτες και παλιατζήδες, το δικό τους το οβραίικο είδος, το πάππου προς πάππου. Δεν είτανε και πολλοί μα γιομίζαν όλη την πόλη με τη μεγάλη φασαρία που κάνανε. Γυρνούσαν τους μαχαλάδες από το πρωί ως το βράδυ με μια τάβλα κρεμασμένη μπροστά στην κοιλιά τους ή μια μεγάλη σακούλα στην πλάτη, κάνε σέρνοντας το μικρό καροτσάκι τους και φωνάζαν ακούραστα - τελαλούσανε την πραμάτεια τους μ' ένα τρόπο ξεχωριστό και δικό τους, κάπως σαν τραγουδιστά, σα να σέρνανε τη φωνή τους στο τέλος των λέξεων - καθώς συνήθαγαν όλοι τους.

-Ουβριέ, τον φώναζαν οι γυναίκες στους μαχαλάδες, σκύβοντας απ' το παράθυρο - ακόμα κι αν το' ξεραν τ' όνομά του.

Αυτός άκουγε, δεν κακοκαρδιζόταν που τον φώναζε Οβραίο, ακουμπούσε την πραμάτεια στο πεζούλι της πόρτας ή πάνω στο δρόμο, έπαιρνε μιαν ανάσα και την περίμενε να κατέβει για ν' αρχίσουν εκεί παζάρεμα ατέλειωτο για ένα μασούρι κλωστή ή μια πήχη λάστιχο για βρακοζώνα που το χρησιμοποιούσαν και για καλτσοδέτα.

Τα παιδιά καμιά φορά τρέχαν πίσωθέ του και φωνάζανε τραγουδιστά και τον κοροϊδεύαν:
Σπίρτα, ράμματα, βιλόνια,
τ' Ουβριού τα παντελόνια.


Αυτός δεν κακοκαρδιζότανε με τα παιδιά και τραβούσε τον ανήφορο, σκύβοντας το κεφάλι του πάνων στην πανάκριβη πραμάτεια του, που την αβγάτιζε μέρα με την ημέρα, μες στο λιοπύρι και τη βροχή, την καταφρόνια και τον περίγελο, όσο να τον αξιώσει ο Θεός ν' ανοίξει κι αυτός το δικό του το μαγαζί στο παζάρι μαζί με τους άλλους.

Στο παζάρι της πόλης θα' τανε καμιά εκατοπενηνταριά - διακόσιοι Εβραίοι με μαγαζιά - τόσοι απ' τις τέσσερις χιλιάδες. Αλλοι με μικρά μαγαζιά και καμπόσοι με βαρβάτα εμπόρια - όσο βαρβάτα μπορούσανε νά' ναι τα εμπόρια σε μια πόλη που την έτρωγε το σαράκι, είδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια εμπόρια, είδος έτοιμο, απ' έξω φερμένο, όχι στάρια, τροφίματα, εγχώρια είδη - τέτοια πράματα δεν είχε κανένας τους. Τα μαγαζιά τους είταν ανακατωμένα με των χριστιανών, δεν είχαν παράξενο τίποτα, γένια ή στο ντύσιμο, όπως αλλού, και τη φωνή τους ακόμα πασκίζαν αυτοί και τη σουλουπώνανε να μη σέρνεται - ξεχωρίζαν ωστόσο κι αυτοί με το πρώτο πως είταν Εβραίοι.

Τέλος - είτανε και κάτι λιγοστοί, πολύ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ένας - δυο γιατροί, φαρμακοποιοί, ένας - δυο δικηγόροι και κάτι δάσκαλοι των ξένων γλωσσών, όχι άλλες επιστήμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, να πούμε τεχνικοί γενικά, που και σ' όλη την πόλη δεν είταν πολλοί - δεν τους σήκωνε ο τόπος.

Αυτοί που' χανε τους παράδες ζούσανε βέβαια καλύτερα από τους άλλους - σε καλύτερα σπίτια, είχαν και δούλες - Οβριές - κ' είχανε φκιάξει έξω απ' το Κάστρο ένα - δυο οβραίικους δρόμους, πού' ταν κι από τους καλύτερους της πόλης. Αυτοί το βράδυ ανεβαίνανε και στα καφενεία στην πλατεία της πόλης, είχαν νταραβέρια με καλούς νοικοκυραίους και καθόντανε μαζί τους και παίζανε τάβλι. Όποιος έχανε πλήρωνε και για τους δυο μας.

Πλούσιοι και φτωχοί είταν όλοι τους μαζεμένοι γύρω απ' τη Συναγωγή τους, είταν όλοι θρήσκοι, κανένας δεν έπιανε φωτιά το Σάββατο και κανένας δεν δούλευε το Σάββατο. Πλούσιοι και φτωχοί, είταν όλοι τους ταχτικοί στη ζωή τους, παντρευόνταν από μικροί κ' είχαν όλοι τους ένα δεύτερο ρούχο, καλύτερο, για να το φοράνε το Σάββατο, να πάνε το πρωί στη Συναγωγή τους και να βγούνε τ' απόγευμα να κάνουν περίπατο. Οικογενειακώς. Όσοι μπορούσανε καθόντανε και στο καφενείο, πάλι οικογενειακώς. Πίνανε καφέ ή μια γκαζόζα, οι γυναίκες τους τρώγανε μια βανίλια και τα παιδιά μοιραζόντανε το λουκούμι που κοβόταν στα δυο - δεν ντρεπόνταν που τους κοιτούσαν απ' τα γύρω τραπέζια. Την Κυριακή τ' απόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οικογενειακώς ή πηγαίνανε στο καφενείο και χασμουριόνταν ώσπου να περάσει κι αυτή - μια μέρα ακόμα χαμένη.

Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη και συμμαζεμένη είταν η ζωή ολονών τους.
Κι ωστόσο μέσα στην πόλη λέγανε γι' αυτούς πολλά και διάφορα πράγματα. Τους φορτώναν ένα σωρό κουσούρια, κακίες κι αδυναμίες, που τάχα εμείς δεν τις είχαμε - και πρώτα-πρώτα για τους παράδες που τους μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα και που τάχα εμείς τους σκορπούσαμε. Γενικά τους παρασταίνανε σαν ανθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια και βρώμικια. Τους λέγανε παλιόβριους και τσιφούτιδες. Οι μεγάλοι δεν τους το φωνάζαν μπροστά τους, μα σαν τύχαινε Εβραίος να βρεθεί μια φορά έξω απ' το παζάρι και τα οβραίικα, στους μακρινούς μαχαλάδες της πόλης και τον γνωρίζανε τα παιδιά, τρέχανε πίσω του και του φωνάζαν τραγουδιστά!
Ουβριέ, παλιόβριε,
που' ν' η κότα πόκλεψες...

Ανοησίες δηλαδή των παιδιών και των μεγάλων που τα βγάζαν αυτά, γιατί οι Εβραίοι πού' χαμε μεις στη δική μας την πόλη δεν κλέβαν και προπαντός δεν κλέβανε κότες. Μα αν όλοι το πίστευαν πως οι Εβραίοι κάνουνε τόσα και τόσα, δεν πειράζει φυσικά να φωνάξει και το μαξούμι - το παιδάκι δηλαδή - πως κλέβαν και κότες. Δεν είτανε μάλιστα και παράξενο πως στο τέλος το' χανε και οι ίδιοι πιστέψει πως κάπως έτσι πρέπει να' ταν τα πράματα, αφού κι αναμεταξύ τους ακόμα μπορούσαν να βρίζονται ή να χαϊδεύονται φωνάζοντας ο ένας στον άλλον παλιόβριο. Λέγαν ακόμα γι' αυτούς και πολλές μικρές ιστορίες που τις είχαν ακούσει μονάχα, μα τις παράσταιναν όλοι σα να' ταν αλήθεια και νά' χανε γίνει στη δική μας πόλη από δικούς μας Οβραίους. Και είταν έτσι καλοφκιαγμένες, νόστιμα κι ομορφούτσικα ταιριασμένες, που δεν είταν παράξενο πάλι να τις ακούσει κανένας κι από τους Οβραίους τους ίδιους να τις λένε και να γελούνε - τις βρίσκανε δηλαδή κι αυτοί ταιριασμένες.

Οι μανάδες λέγανε κι αυτές στα παιδιά τους να μην αργούνε το βράδυ να γυρίσουνε σπίτι, γιατί έξω απ' τα τζίνια - τα φαντάσματα που βγαίνουν άμα πέσει το σκοτάδι - είναι κι Οβραίοι που πιάνουνε τα μικρά τα παιδιά και τα βάνουνε στα βελόνια κι από το αίμα τους φκιάχνουνε τα ματσόθ - τ' άζυμα δηλαδή. Πάλι ανοησίες φυσικά γιατί παιδί κανένα δε χάθηκε ποτές απ' αφορμή τους Οβραίους. Και το ξέρουν όλοι. Και το Πάσχα, την Πρωτοχρονιά και τα Καλύβια, τη γιορτή της Σκηνοπηγίας - αυτές τις τρεις μεγάλες γιορτές τους, οι γειτόνοι τους οι χριστιανοί, κι άλλοι τους γνώριμοι μέσα στην πόλη, τα δεχόνταν απ' αυτούς τ' άζυμα που τους στέλνανε, δηλαδή τα ματσόθ. Και δεν φοβόντανε πως είναι ζυμωμένα με το αίμα.

Και τους στέλνανε και κείνοι στο δικό μας το Πάσχα κουλούρια και πορτοκάλια στο μαντίλι - πασχαλιές που τα λέγανε - μονάχα τα κόκκινα αυγά δεν τους στέλνανε. Είταν δηλαδή τα πράματα μπερδεμένα λίγο με τους Εβραίους. Όσο και να τους καταφρονούσαν, είχαν όλοι τους μέσα στην πόλη κάθε λογής καλά νταραβέρια μαζί τους, και ψωνίζαν απ' αυτούς και δανείζονταν, οι πλούσιοι συνεταιριζόνταν στα εμπόρια κ' οι φτωχοί τραβούσαν τα ίδια με τη φτώχεια και με τα βάσανα. Και μ' όσα κακά κι αν τους φόρτωναν, κανένας ποτέ δεν ακούστηκε να πειράξει Εβραίο μόνο και μόνο γιατί είταν Οβριός, ποτές μήτε τη Μεγάλη την Πέμπτη - όχι, δεν τους πειράζαμε εμείς.

Δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν από μας. Κι ωστόσο, παραλήδες ή ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ή δουλευτάδες, από κει, από τα οβραίικα τα δικά τους, κανένας δεν ξέκοβε, δεν πήγαινε παραπέρα, δεν χώριζε από τους άλλους.

- Εδώ είναι η κλώσσα, τους έλεγε ο Σαμπεθάι Καμπιλής.

Και το' βρισκαν όλοι σωστό και σοφό με την κλώσσα του - που να πας και να χάνεσαι μέσα στους ξένους; Και κανένας δεν έφευγε από την κλώσσα. Μήτε για όρκο δεν είταν Εβραίος που να κάθεται σ' άλλον μαχαλά μέσα στην πόλη.
Γρήγορα-γρήγορα τρέχαν το βράδυ να μαζωχτούνε γύρω στην κλώσσα τους - σα να ξύπναγε μέσα τους ένας φόβος παλιός. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι ο μαχαλάς τους ερημωνόταν κι ο ίσκιος του Κάστρου απλωνόταν πάνω του, κάθιζε πάνω του. Αμπαρώναν τις πόρτες, κλεινόντανε μέσα και κάναν πολλά παιδιά σαν τους χωριάτες. Μερικοί μέσα στην πόλη θέλανε να λένε πως οι Οβριές με τα παχιά τους τα χείλια είτανε γρήγορες στον έρωτα σαν τις περιστέρες κ' εύκολες στην γέννα σαν τις κουνέλες - και γι' αυτό τα πολλά τα παιδιά τους.

Τις άγριες χειμωνιάτικες νύχτες ο δυτικός άνεμος ερχόταν από τη λίμνη που βρίσκεται δίπλα στην πόλη και ξεσπούσε στον οβραίικο μαχαλά βουίζοντας μέσα στα σκοτεινά χαγιάτια και τις σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος όνειρα ταραγμένα. Τις ήμερες νύχτες, μέσα στην ησυχία, ακουγόνταν οι καλαμιές που τραβούσανε σ' ατελείωτο μάκρος το πνιγμένο τους αργοσάλεμα, κάτι σα θρήνος για μια χαμένη ζωή. Κι από τις αρχές της άνοιξης ως το τέλος του καλοκαιριού, ο ύπνος του μαχαλά λικνιζότανε μέσα στην ατέλειωτη συναυλία των βατράχων που δίπλα στο μαχαλά διαλαλούσαν από τη λίμνη το χορτασμό και τους έρωτές τους πάνω στην πράσινη, βρώμικη λάσπη της όχτης.
Η εβραίικη κοινότητα σ' αυτή την πόλη πρέπει νά' ταν καμωμένη από χρόνια πολύ παλιά. Γι' αυτό τα οβραίικα είτανε μέσα στο Κάστρο της. Και γι' αυτό κ' η Συναγωγή της είχε αρχιραβίνο κι όχι ραβίνο. Και λέγανε κιόλας πως είταν Μητρόπολη της Συναγωγής της Νέας Υόρκης ή του Σικάγου - δεν τα θυμάμαι τώρα καλά.

Ο Σαμπεθάι Καμπιλής έλεγε σχετικά πως αυτοί δεν είταν Ισπανοεβραίοι σαν της Θεσσαλονίκης, μα βρισκόνταν εκεί από τους πρώτους διωγμούς των Ρωμαίων κ' έφτασαν γραμμή από την Παλαιστίνη και στάθηκαν εκεί και κονέψαν και δεν το κούνησαν ύστερα. Δηλαδή κάπου δυο χιλιάδες χρόνια βρισκόνταν εκεί - αυτό έλεγε.
Διαβασμένος κανένας θα μπορούσε να του παρατηρήσει πως ο Εβραίος περιηγητής Βενιαμίν ο Τουδέλας, που γύρισε όλη την Ελλάδα στα μέσα του δωδέκατου αιώνα και πήγε σ' όλες τις οβραίικες Συναγωγές και τις αναφέρει μία προς μία, δεν γράφει τίποτα για Οβραίους σ' αυτή την πόλη μήτε καν την αναφέρει. Ο Σαμπεθάι Καμπιλής είχε αμέσως ν' αντιπροβάλει τα αναγκαία επιχειρήματα και να τον κολλήσει στον τοίχο.

Έλεγε δηλαδή πως ο άλλος περιηγητής του ίδιου καιρού, ο Αραβας Εδρισή, γράφει πως η πόλη αυτή, η δική μας, είναι καμωμένη πάνω σε νερά. Αυτό βέβαια δεν είναι και καμιά σπουδαία ανακάλυψη αυτουνού του Εδρισή, αφού δίπλα στην πόλη βρίσκεται η λίμνη. Έλα όμως που το ίδιο γράφουνε και τα πανάρχαια χαρτιά των Οβραίων της πόλης αυτής, πως είναι «γκιώδ» - κάπως έτσι, πάλι δεν θυμάμαι καλά - δηλαδή πόλη πάνω σε νερά. Και πως αυτό λογαριαζότανε πάρα πολύ από τους Οβραίους του παλιού καιρού, να του γράφουνε δηλαδή σε τι μέρος το φκιάξανε το καινούργιο το Συναγώι τους. Και πως τέλος αυτό θα μπορούσε κανένας να το βρει να ταιριάζει μια χαρά και με του Προκόπιου όσο γράφει για την Εύροια στο βιβλίο του για τα χτίσματα του Ιουστινιανού - «ύδασι κατακορής»... Αρα «γκιώδ» ίσον Εύροια και Εύροια, η δική μας η πόλη. Όπερ έδει δείξαι.

Όλο αυτό είταν ένα ζήτημα που δεν φαίνεται να τους σκότιζε και πολύ τους ξυπόλυτους Εβραίους της πόλης μας και τις Οβραίες που ξενοδούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί. Μήτε τους βοηθούσε σε τίποτα, να το ξέρουνε δηλαδή αν είχανε φτάσει κει πέρα κυνηγημένοι από τους Ρωμαίους στην Παλαιστίνη ή την Ιερή Εξέταση στην Ισπανία. Παραδεχόνταν ωστόσο κι αυτοί πως για να κάθεται ο Σαμπεθάι Καμπιλής ο δικός τους και να χάνει τον καιρό του με χαζοπράματα τέτοια παναπεί πως δεν θά' τανε χαζοπράματα και θά' χε βέβαια κάποιο χρήσιμο λόγο - γι' αυτόν τον ίδιο - κι αν είτανε γι' αυτόν, είτανε σίγουρα και γι' αυτούς, για όλους τους. Λέγανε μάλιστα πως είχε καθίσει κ' είχε γράψει κ' ένα σημείωμα για το ζήτημα αυτό και το' δωσε κάποτε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στα μεγάλα κεφάλια. Και τους έγραψε στο σημείωμα, πως για να βρίσκονται εκεί - σίγουρα πράματα κι ας μην το γράφει αυτός ο Τουδέλας - δύο χιλιάδες χρόνια οι Οβραίοι παναπεί πως κι η πόλη και το Κάστρο της βρισκόταν από τότες, δυο χιλιάδες χρόνια. Και, φως φανάρι, λοιπόν, αποκλείεται να χτιστήκαν από βαρβάρους που κατέβηκαν υστερότερα, αν είναι αλήθεια πως πατήσανε ποτές το ποδάρι τους στην Ελλάδα οι βάρβαροι. Και το δεχτήκανε, λέγανε, με τιμή και χαρά οι σοφοί της Αθήνας το σημείωμα αυτό για να το χρησιμοποιήσουν αυτοί επιστημονικώς - όπως είναι η δουλειά τους - αφού έτσι όμορφα-όμορφα, μαζί με την παλαιότητα της ισραηλιτικής κοινότητας σ' αυτή την πόλη - ζήτημα όχι και τόσο σπουδαίο - αποδειχνόταν κι από το Σαμπεθάι Καμπιλή η αιωνιότητα της ελληνικής φυλής - ζήτημα σπουδαιότατο, καθώς ξέρουμε όλοι μας. Και προπαντός, η συνέχεια των πολιτισμών της.

Ο Σαμπεθάι Καμπιλής δεν είχε καμιά επίσημη ιδιότητα. Δεν είταν χαχάμης στο Συναγώι ούτε σύμβουλος στην Κοινότητα των Εβραίων ούτε επίτροπος σε λεφτά ούτε τίποτα. Δεν ανακατευόταν σε τίποτα, δεν πήγαινε πουθενά, ούτε στο νομάρχη για ζήτημα της κοινότητας ούτε στους βουλευτές για ρουσφέτια ούτε στο δήμαρχο για παράπονα ούτε σε κανένα. Μια φορά το χρόνο μονάχα, μαζί με τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητος και τον ραβίνο της Συναγωγής έμπαινε σ' ένα αμάξι ανοιχτό και πηγαίνανε το Πάσχα στο Μητροπολίτη μας να του ευχηθούνε τα χρόνια πολλά. Αλλη μια φορά το χρόνο, στη γιορτή του Μπαϊραμιού, έτσι πάλι με τους άλλους δυο, πήγαινε και στο Μουφτή.
Αυτός ο Μουφτής δεν εκπροσωπούσε κανέναν πια, μήτε στην πόλη μήτε στην περιοχή - δεν υπήρξε πελατεία. Είταν ένας γέρος άνθρωπος που βαρέθηκε να φύγει στην Τουρκιά του Κεμάλ με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Παρακάλεσε και πλήρωσε, Τούρκους και Ρωμιούς, και τα κατάφερε να βγάλει ψεύτικα χαρτιά πως είταν αλβανικής καταγωγής και τέλος το γλύτωσε το ξερίζωμα που ξεσήκωσε τότε θρήνο στους τούρκικους μαχαλάδες.
Ένα χτηματάκι είχε όλο κι όλο και μ' αυτό ψευτοζούσε. Είχε και δυο κοριτσάκια που μεγάλωσαν και δεν ήξερε με ποιόνε να τα παντρέψει κι αρχίσαν και κείνα - τι να κάνουν τα έρημα; - και τα παίζανε με κάτι μόρτες Ρωμιούς. Και θέλανε να λένε μέσα στην πόλη πως αυτοί τα τρόμαζαν τη νύχτα και ξεφώνιζαν έτσι ξαφνικά τα τρία παγώνια που φύλαγε στην αυλή του ο Μουφτής - οι μόρτες πηδούσαν τον τοίχο.

Αυτός πέρναγε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στους παλιούς καφενέδες της πόλης και καθότανε δίπλα στους ταβλαδόρους κι όλο κούναγε το κεφάλι του από το πρωί ως το βράδυ. Μερικοί λέγανε πως συλλογιζόταν το μεγάλο τούρκικο ντοβλέτι που χάθηκε - όμως είχε πια ξεκαρφωθεί πίσω στο λαιμό του και γι' αυτό το κούναγε.
Όπως και να πεις, είταν μια φορά κι αυτός θρησκευτικός αρχηγός. Αλλες δέκα θρησκείες νά' χαν αρχηγούς μέσα στην πόλη - κι ας είταν και τέτοιους, δίχως πελατεία - σ' όλους τους θα πήγαινε ο Σαμπεθάι Καμπιλής μια φορά το χρόνο στη μεγάλη γιορτή τους να τους ξαναπεί με ταπεινοσύνη το ίδιο:

- Ένας είναι ο Θεός. Και με το φόβο του ζούμε.

Είταν δηλαδή ένας άνθρωπος του Θεού. Ήξερε να διαβάζει οβραίικα, μελετούσε στα σοβαρά τη γραφή και πλιότερο το Ταλμούτ και βοηθούσε το ραβίνο της Συναγωγής να κρατιέται πιστά η θρησκευτική τάξη που την ήξερε στην εντέλεια. Το Λευιτικόν είτανε τ' αγαπημένο του βιβλίο και τό' ξερε απόξω και στην ελληνική του μετάφραση.
Κοντούτσικος, στρογγυλούτσικος, φόραγε πάντα ένα στενό μαύρο κουστούμι το καλοκαίρι κ' ένα το ίδιο στενό, μαύρο πάλι, παλτό το χειμώνα, με τρία κουμπιά, στιβάλια με κουμπιά και μια γκρίζα ρεπούμπλικα, φίνο μπορσαλίνο, όμως τόσο άσχημα πατημένη στο στρογγυλό του κεφάλι που θαρρούσες πως τώρα θα πέσει.

Ίδιο σαν αυτόν είταν και το μαγαζί του - η άκρα ταπεινοσύνη. Είτανε σ' ένα δρομάκι της αγοράς με μια πόρτα θολωτή, χαμηλή, έπρεπε να σκύψεις για να μπεις. Μέσα - φάτσα, είταν ένα τραπεζάκι με τη σκουριασμένη κόπια πάνου και δίπλα, στ' αριστερά, μια μιρκή κάσα για τα λεφτά. Στα ράφια είτανε μονάχα κάτι λίγα τόπια πανί - δεύτερο πράμα, για τους χωριάτες και για τη φτώχεια, χασέ - χομαΐ που το λέγανε - ντρίλι, ρετσίνα, τέτοια πράματα.

Για να ψωνίσει κανένας μια πήχη πράμα είχε καταντήσει σιγά-σιγά και δεν πατούσε κει μέσα, όξω κι αν ερχότανε για πρώτη φορά στο παζάρι της πόλης. Μα και πάλι δεν θα ξεγελιότανε να μπει σ' ένα τέτοιο παλιομάγαζο. Από την αρχή του παζαριού θα τον είχανε τραβήξει στα δικά τους μαγαζιά οι εμπόροι που στεκόνταν στην πόρτα - Οβραίοι και Ρωμιοί - και φωνάζανε, καν εκείνοι καν οι παραγιοί τους, και τραβούσαν τους χωριάτες από το μανίκι - να μπεις, να ιδείς και να μην αγοράσεις...
Μέσα στο μαγαζί το δικό του ο μικρότερος αδερφός του ο Σιέμος και τα δυο τα παιδιά του, όταν δεν είχαν δουλειά δεν καθόντανε - δεν τους άφηνε αυτός να καθίσουν ούτε βγαίναν στην πόρτα - δεν ήθελε αυτός να βγαίνουν στην πόρτα. Ακουμπούσανε βαρύθυμοι στους άδειους μπάγκους, χασμουριότανε κρυφά και μουρμουρίζανε σιγά-σιγά μην τους ακούσει. Αυτός καθότανε σκυμμένος σε κείνο το τραπέζι, όλο θά' γραφε κάτι, κάτι λογάριαζε, από το πρωί ως το βράδυ που κλειούσαν και τους έπαιρνε και φεύγαν κ' οι τέσσερις, γραμμή για το σπίτι, αυτός μπροστά με το Σιέμο, τα παιδιά παραπίσω.

Τέτοιο, λοιπόν, είτανε και το μαγαζί του - μια τρύπα. Κι αυτός ζούσε κει μέσα χωρίς καμιά από τις χαρές πόχουν οι ανθρώποι, χωρίς φως και χωρίς στολίδι κανένα, με ψωμί και νερό μονάχα - καθώς λέγανε.

- Αφησέ μας κ' εμάς να κάνουμε κάτι, μουρμούριζε κάποτε ο Σιέμος ... Μήτε σκλάβοι... Τι κάνουμε εμείς εδώ μέσα;
Αυτός σήκωνε τα μάτια του και τους κοίταζε και τους τρεις.
- Μαθαίνετε να τυραννιέστε... Αυτό είναι το πρώτο... Πώς αλλιώς θα το κρατήσετε το μαγαζί;

Ο Σιέμος κατέβαζε τότες το κεφάλι του και το κατεβάζανε και τα παιδιά του Σαμπεθάι. Αλήθεια πως θα το κρατούσανε; Ο κόσμος όλος το' ξερε μέσα στην πόλη πως αυτό το μαγαζί είτανε το μεγαλύτερο στο παζάρι μας. Πίσω από κείνο το τραπέζι που καθόταν ο Σαμπεθάι Καμπιλής άνοιγε μια πορτούλα κ' έμπαινες από κει σ' ένα πράμα σκοτεινό και μακρύ, που δεν είταν μήτε μαγαζί μήτε κι αποθήκη - είταν και τα δυο. Πάνω σε μπάγκους και σε κάσες μεγάλες, πνιγμένο στη ναφθαλίνη, στοιβαζόταν εκεί τ' άνθος της πραμάτειας, από τσόχα, καμπαρντίνα και φανέλα εγγλέζικη ως τους χασέδες και τα λινά και τα κάμποτα κι ούτε πρόφταινε να σταθεί. Πάνω από εκατό μαγαζιά σ' όλη την περιοχή απ' τον Καμπιλή θέλανε να πάρουν κι όχι απ' άλλον. Η αποθήκη άνοιγε πίσω, με μια πόρτα σιδερένια σ' ένα στενό του οβραίικου μαχαλά. Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. Και παράς, μετρητά, λιανοπούλι στην κάσα, τίποτα - δούλευε συναλλαγματική με την τράπεζα.

Αν κανένας από τους καλούς-καλούς νοικοκυραίους της πόλης ήθελε μια προίκα ολάκερη για την θυγατέρα του, όλα τα πανικά, τό' ξερε κι αυτός πως μονάχα στο Σαμπεθάι Καμπιλή μπορούσε να πάει. Αν κανένας άλλος ευυπόληπτος συμπολίτης είχε το μεράκι για ένα εγγλέζικο «τίγκερ» - ξιουράφι, λέγανε, για εκατό χρόνια - και νά' ναι και παλιακότερο κάπως, γκαραντί δηλαδή, όχι πράματα ψεύτικα του παρόντος καιρού, τό' ξερε κι αυτός πως μονάχα το Σαμπαθέι Καμπιλή θα μπορούσε να παρακαλέσει για να γράψει στην Αγγλία. Ακόμα κι αν ο νομάρχης, ο δήμαρχος ή άλλος κανένας από τους μεγάλους, να πούμε, της πόλης, χρειαζόταν ένα φίνο κασμίρι για τη ζακέτα που θα φορούσε στη δοξολογία της Εικοστής Πέμπτης Μαρτίου, ή άλλη καμία, επίσης σπουδαία, ανάγκη, πάλι σε κείνον θα πήγαινε. Θά' σκυβε το κεφάλι για να περάσει τη θολωτή πόρτα του μαγαζιού και θα τον παρακαλούσε να το βάλει μέσα στην πρώτη του παραγγελιά στην Αγγλία.

Ο Σαμπαθάι Καμπιλής σημείωνε ήμερα-ήμερα την παραγγελιά. Μήτε βαριόταν μήτε ξιπαζόταν που τον παρακαλούσαν οι μεγάλοι, μόνο μουρμούριζε σα να μίλαγε μονάχος του:
- Δεν μας λογαριάζουν, αγαπητέ μου κύριε... Τι να λογαριάσουν από μας, τόσο-τόσο μικρούς;...

Είναι σίγουρο ωστόσο πως έγραφε πάντα κ' η παραγγελιά ερχόταν στην ώρα της και παραδινότανε μαζί με τα χαρτιά της, την τιμή, τα εμβαστικά, τελωνείο, όλα. Και μαζί, το δικό του το κέρδος, τιποτένιο μα γραμμένο πάντα κι αυτό - τέτοια πράγματα ταχτικότατα.

- Αγαπητέ μου κύριε... Δε μου χρωστάτε καμιά ευχαριστία, έλεγε σ' όλους. Όπως βλέπετε το' καμα για να κερδίσω κ' εγώ κατιτίς.

Όχι. Αυτός δεν ήθελε να γελάσει κανέναν. Δεν είχε ανάγκη να τους πουλήσει ευγένειες, δεν καταδεχότανε να καλοπιάσει κανέναν απ' αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας κι από τους άλλους που το κουτάλι τους έπαιρνε κάποτε μια στάλα νερό και σφιγγόντανε να φανούν μεγαλύτεροι - έρχονται και παρέρχονται, ξαναπέφτανε. Πίσω από κείνο το δικό του το τραπεζάκι είταν κάτι παραπάνω από μια δύναμη. Είτανε μια εξουσία. Το πώς αυτός τον έβγαζε τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας, και το ραβίνο της Συναγωγής αυτός τον διόριζε, δεν είτανε ίσως σπουδαίο. Μα ο καθένας μπορούσε να ξέρει - και καλά θά' κανε να το ξέρει - πώς τους οβραίικους ψήφους αυτός τους κανόνιζε κάθε φορά, σ' όλες τις εκλογές, πόσοι πάνω-κάτω θα ψηφίσουν Βενιζέλο, πόσοι τους βασιλικούς. Εκείνοι μάλιστα που ξέραν τα πράματα λέγανε πως αυτός ο Σαμπεθάι Καμπιλής είταν από τους πολύ λιγοστούς ανθρώπους που ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης μας - άλλη μόνιμη εξουσία - του μιλούσε λόγια παστρικά. Και πως κι ο Σεβασμιότατος ο Μητροπολίτης μας είτανε πάλι από τους πολύ λιγοστούς ανθρώπους που ο Σαμπεθάι Καμπιλής δεν του κρυβότανε. Οι δυο τους είταν ενωμένοι με το φόβο ενός Θεού. Και η Κοινότητα των Οβραίων είταν ένα από τα κύρια στηρίγματα της φατρίας του Μητροπολίτη, στα δημοτικά ζητήματα, στις εκλογές, σε όλα, όπως από τ' άλλο μέρος ο Μητροπολίτης είταν ένα από τα κλειδιά του Σαμπεθάι Καμπιλή για να συμμαζεύονται πίσω στην οβραίικη κλώσσα τους τα κλωσσόπουλα που θα θέλαν να ξεμακρύνουν.

Είταν δηλαδή ο Σαμπεθάι Καμπιλής ένα σοβαρό, υπεύθυνο και σίγουρο πρόσωπο μέσα στην ιεραρχία της πατροπαράδοτης τάξης σ' αυτή την πόλη. Και μόνιμο.